φασουλής

φασουλής
ο
1) марионетка, кукла; 2) театр марионеток; кукольный театр; 3) комик, смешной, забавный человек

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "φασουλής" в других словарях:

  • φασουλής — Το κύριο πρόσωπο του ελληνικού λαϊκού θεάτρου ανδρείκελων. Ο Φ. είναι ασχημοπρόσωπος, συνήθως μονόφθαλμος, με μεγάλη μύτη και φορά φέσι με μακρύ θύσανο. Ανάλογα πρόσωπα υπάρχουν και στα λαϊκά θέατρα ανδρείκελων και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως ο… …   Dictionary of Greek

  • Φασουλής — ο πληθ. ήδες 1. ονομασία του κυριότερου κωμικού προσώπου στο κουκλοθέατρο. 2. το κουκλοθέατρο: Βγάλαμε εισιτήρια για το φασουλή. 3. μτφ., άνθρωπος κωμικός, γελοίο πρόσωπο, φαιδρό υποκείμενο: Δεν έχει σοβαρότητα·είναι φασουλής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Fasoulis — (griechisch Φασουλής, auch Fasulis transkribiert) bezeichnet die komische Hauptfigur einer griechischen Form des Puppentheaters und auch diese Form des Puppentheaters. Etwa zur gleichen Zeit wie das Karagiozis Schattentheater aus dem… …   Deutsch Wikipedia

  • Zaharias Karounis — Zaharías Karoúnis Zaharías Karoúnis (en grec : Ζαχαρίας Καρούνης), né le 2 novembre 1980 à Pakia en Laconie, province du Péloponnèse du sud est de la Grèce, est un chanteur grec. Il a étudié à la faculté de théologie de l’université… …   Wikipédia en Français

  • Zaharías Karoúnis — (en grec : Ζαχαρίας Καρούνης), né le 2 novembre 1980 à Pakia en Laconie, province du Péloponnèse du sud est de la Grèce, est un chanteur grec. Il a étudié à la faculté de théologie de l’université d’Athènes et prépare un doctorat de… …   Wikipédia en Français

  • Walter Puchner — (in neugriechischer Transkription: Βάλτερ Πούχνερ, * 1947 in Wien) ist ein österreichischer Theaterwissenschaftler und ordentlicher Professor für Theaterwissenschaft an der Universität Athen. Inhaltsverzeichnis 1 Leben 2 Forschungsschwerpunkte 3 …   Deutsch Wikipedia

  • ηθοποιός — Εκείνος που ερμηνεύει ή αυτοσχεδιάζει μια θεατρική δράση όπου υποδύεται ένα πρόσωπο. Ερμηνευτής είναι ο η. που χρησιμοποιεί τα λόγια άλλων, δηλαδή ενός γραπτού κειμένου που έχει αυτόνομη λογοτεχνική αξία· αυτοσχεδιαστής είναι ο η. που παραμερίζει …   Dictionary of Greek

  • μαριονέτα — Είδος κούκλας, η οποία προορίζεται για θεατρικές παραστάσεις. Η ιδιομορφία της συνίσταται στο γεγονός ότι αντιγράφει στην ανατομία του ανθρώπου και κινείται με νήματα δεμένα στο κεφάλι και στις αρθρώσεις της. Κατασκευάζεται κυρίως από ξύλο. Οι μ …   Dictionary of Greek

  • σκέτος — η, ο, Ν 1. (για πράγμ.) αυτός που δεν έχει αναμιχθεί με καμιά άλλη ουσία, καθαρός, αμιγής (α. «τσάι σκέτο» τσάι χωρίς ζάχαρη β. «σκέτο σιτάρι») 2. αυτός που δεν έχει νοθευθεί, ανόθευτος, γνήσιος («σκέτο βούτυρο») 3. αυτός που διακρίνεται για την… …   Dictionary of Greek

  • Γιόρνταενς, Γιάκομπ — (Jakob Jordaens, 1593 – 1678). Φλαμανδός ζωγράφος. Επηρεάστηκε από τον Ρούμπενς και τον Καραβάτζιο. Στους πρώτους του πίνακες διακρίνεται έντονα η επίδραση της φλαμανδικής ζωγραφικής παράδοσης, καθώς και πολλά στοιχεία από την τεχνοτροπία του… …   Dictionary of Greek

  • Δεληγιαννάκης — Επώνυμο οικογένειας εθνικών αγωνιστών από τα Σφακιά της Κρήτης, η οποία εγκαταστάθηκε στην Αργυρούπολη της Κρήτης, όπου τους δόθηκε το παρωνύμιο Φασούληδες. 1. Γεώργιος (1792 – 1822). Πολέμησε στο Ρέθυμνο και διορίστηκε πεντακοσίαρχος, τιμώμενος… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»